11 Ιουλίου 1942. Οι γερμανικές αρχές έχουν συγκεντρώσει τους Εβραίους άντρες της Θεσσαλονίκης μεταξύ 18-45 ετών στην πλατεία Ελευθερίας, με το
πρόσχημα της καταγραφής. Ακολούθησε δημόσιος εξευτελισμός 9000 αντρών (με θεατές χιλιάδες Χριστιανούς), γνωστός ως «Μαύρο Σάββατο».
Χθες έγιναν τα εγκαίνια του μουσείου
του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη. Με μια εξαιρετική ομιλία ο Δήμαρχος της
πόλης Γιάννης Μπουτάρης, εξήγησε το «γιατί».
"Κάποια στιγμή το καλοκαίρι του
1945 η Μπουένα Σαρφατή βγήκε από το σπίτι της. Εβραία, τριάντα ετών, Σαλονικιά
πάππο προς πάππο, η Μπουένα είχε μόλις γυρίσει στη Θεσσαλονίκη έχοντας διαφύγει
στο βουνό, πολεμώντας αρχικά με τον ΕΔΕΣ, μετά με το ΕΑΜ και, τελικά,
δραπετεύοντας στην Παλαιστίνη. Ο αδερφός της Ελιάου, η αδερφή της Ρεγγίνα, η
εκατοντάχρονη γιαγιά της Μίριαμ και οι θείες της δεν είχαν την ίδια τύχη. Από
τα βαγόνι του τρένου που τους μετέφερε στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου είδαν για
τελευταία φορά την πόλη που αποκαλούσαν “Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων” μιαν
ανοιξιάτικη μέρα του 1943. Λίγες ώρες μετά την άφιξή τους οδηγήθηκαν στα
κρεματόρια μαζί με άλλες χιλιάδες ομοθρήσκους τους. Η ζωή τους και μαζί η ζωή
της εβραϊκής Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλονίκης μας, έγιναν στάχτη που σκορπίστηκε
στις αφιλόξενες πεδιάδες της Πολωνίας.
Ήταν οι συγγενείς της Μπουένα
“μάρτυρες”; Τους τιμούμε αν τους μνημονεύουμε έτσι; Μας τιμά να τους
μνημονεύουμε έτσι; Η σημερινή «Ημέρα Μνήμης των Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του
Ολοκαυτώματος» μας προκαλεί να στοχαστούμε γύρω από το ερώτημα αυτό. Οι
συγγενείς της Μπουένα όπως και όλοι οι άλλοι Εβραίοι της Ευρώπης δεν επέλεξαν
να μαρτυρήσουν. Δεν επέλεξαν δηλαδή να θυσιάσουν συνειδητά τη ζωή τους για ένα
υψηλότερο ιδανικό, τη θρησκευτική τους πίστη ή την ιδεολογία τους. Δεν διάλεξαν
τον θάνατο, πολύ απλά γιατί δεν είχαν καν το δικαίωμα αυτής της επιλογής. Και
για τον λόγο αυτό δεν τους αξίζει να τους αντιμετωπίζουμε σήμερα σαν άγιους,
όλοι εμείς, Χριστιανοί και Ευρωπαίοι, που για αιώνες συχνά τους αντιμετωπίζαμε
σαν διαβόλους. Άνθρωποι ήταν και αυτό ζητούσαν να είναι.
Κάποιοι ελάχιστοι, όπως η Μπουένα,
γλύτωσαν. Μόλις χίλιοι θεσσαλονικείς Εβραίοι από τους 45 –και βάλε– χιλιάδες.
Γλύτωσαν την εκτόπιση, το Άουσβιτς, την πορεία θανάτου, τα στρατόπεδα εργασίας.
Γλύτωσαν γιατί άντεξαν την ανείπωτη βία, τους εξευτελισμούς, τα ιατρικά
πειράματα, τους βιασμούς. Και αφού γλύτωσαν, επέστρεψαν στη γενέθλια πόλη. Ως
ήρωες; Κάθε άλλο. Εβραίοι που είχαν διαφύγει στο βουνό, είχαν κρυφτεί στις
πόλεις, ή αποδράσει στην Παλαιστίνη, αντιμετώπισαν όσους και όσες επέστρεφαν
από τα στρατόπεδα ως προδότες, συνεργάτες των Γερμανών, τις δε γυναίκες ως
πόρνες. Οι Χριστιανοί πάλι, είδαν στους επιζήσαντες “ανεκμετάλλευτα κομμάτια
σαπουνιού” κατά την αναφορά αμερικανού δημοσιογράφου, μια απειλή από ένα
παρελθόν που δεν έλεγε να πεθάνει. Ήρωες ήταν κατά τον Ελληνικό Βορρά μόνον
εκείνοι οι πέντε νεαροί Εβραίοι που αφού πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο και
επέζησαν στα κρεματόρια, έπεσαν τον Οκτώβριο του 1948 “ηρωϊκώς στις μάχες του
Γράμμου και άλλων ορέων, ενώ εμάχοντο κατά των συμμοριτών”.
Για την Μπουένα, μαρτύρια και
ηρωισμοί είχαν εξίσου μικρή αξία καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια και
να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή. Πώς όμως να ένιωθε όταν ακόμη και οι πιο
μικρές απολαύσεις άνοιγαν διάπλατα τα τραύματα του παρελθόντος; Πόσο αβάσταχτος
πρέπει να ήταν ο πόνος της όταν ανακάλυπτε ότι το χάρτινο χωνάκι στο οποίο ο
Αρμένης πωλητής ξηρών καρπών της πρόσφερε μια Κυριακή απόγευμα τα αγαπημένα της
στραγάλια, αυτό το χάρτινο χωνάκι ήταν στην πραγματικότητα ένα φύλλο χαρτί
σκισμένο από την Παλαιά Διαθήκη της οικογένειάς της;

